πολυσπέρεια

πολυσπέρεια
ἡ, Μ [πολυσπερής]
1. ευρεία διασπορά
2. μτφ. μεγάλη έκταση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”